Ένα Πετράδιο Σοφίας για καθημερινό στοχασμό: «Η αγάπη είναι το κίνητρο, η θέληση, και η πηγή της δύναμης που ωθεί κάθε ανθρώπινη επιθυμία σε καρποφορία. Έτσι να είστε σε εγρήγορση ώστε να διατηρείτε αγνή πρόθεση σε όλα τα πράγματα που αναλαμβάνουμε».

Οι 15 Μέρες Θαυμάτων του Βούδα στο Λόσαρ (Πρωτοχρονιά)

Η πρώτη πανσέληνος της Θιβετανικής Πρωτοχρονιάς (Λόσαρ) είναι γνωστή ως η Μέρα των Θαυμάτων (Τσότρουλ Ντούτσεν), και τιμάει τις δεκαπέντε συνεχόμενες μέρες θαυμάτων του Σακυαμούνι Βούδα, όπου καθυπόταξε τις προκλήσεις των έξι αιρετικών δασκάλων (τιρθίκα), οι οποίοι υποστήριζαν αντιλήψεις εντελώς αντίθετες με το δόγμα της Βουδιστικής διδασκαλίας.

Σύμφωνα με τις σούτρα, οι έξι αιρετικοί δάσκαλοι ήταν ο Πουράνα Κασσάπα, ο οποίος αρνούνταν την ύπαρξη συνεπειών των θετικών ή αρνητικών πράξεων· ο Μακάλι Γκοσάλα, ο οποίος αρνούνταν την ύπαρξη της ελεύθερης βούλησης στο σχηματισμός του πεπρωμένου· ο Ατζίτα Κεσακαμπάλα, ο οποίος αρνούνταν την ύπαρξη της μεταθανάτιας επαναγέννησης· ο Πακούντα Κακαγιάνα, ο οποίος αρνούνταν την ύπαρξη ηθικών επιλογών, και πίστευε ότι οι απολαύσεις, τα βάσανα και οι ψυχές είναι αιώνια· ο Σαντζάγια Μπελατθιπούτα, ο οποίος πίστευε στην μη-υιοθέτηση στάσης σε οποιοδήποτε θέμα· και ο Νιγκάνθα Ναταπούτα, ο οποίος πίστευε στην ηθική τιμωρία και στην αιώνια ψυχή.

Μια φορά, ο Σακυαμούνι Βούδας μαζί με εκατοντάδες χειροτονημένους μοναχούς διέμεναν στο Άλσος Τζέτα (Τζεταβάνα), έξω από την πόλη Ρατζαγκρίχα, η οποία κυβερνιόνταν από τονΒασιλιά Μπιμπισάρα, ένας αφοσιωμένος στο δόγμα του Βούδα. Ο νεότερος αδερφός του Βασιλιά Μπιμπισάρα, ο οποίος ακολουθούσε τις διδασκαλίες των έξι αιρετικών δασκάλων, αποφάσισε να προσφέρει ένα πλουσιοπάροχο γεύμα στους παρευρισκόμενους.

Την ημέρα του γιορτασμού, οι έξι αιρετικοί κάθισαν σε ψηλότερες θέσεις. Πριν καθίσει ο Βούδας και η ακολουθία του στις υπόλοιπες θέσεις, oι έξι αιρετικοί βρήκαν να σηκώνονται και να κάθονται στις χαμηλότερες θέσεις. Τρεις φορές προσπάθησαν να γυρίσουν στις ψηλότερες θέσεις, αλλά κάθε φορά αδυνατούσαν να μετακινηθούν από τις θέσεις τους.

Ο Βούδας κάθισε στην υψηλότερη θέση όπου το προσφέρθηκε νερό να πλύνει τα χέρια του ο Εγκόσμιος Τιμημένος, ο οποίος είπε στον οικοδεσπότη του να προσφερθεί πρώτα στους δασκάλους του. Αλλά όταν το νερό προσφερόταν στους έξι αιρετικούς, δεν έρρεε από το δοχείο. Στη συνέχεια προσφέρθηκε στον Βούδα, και με το νερό να ρέει ελεύθερα από το δοχείο έπλενε τα χέρια του· και τότε ήταν εφικτό παρομοίως για τους υπόλοιπους.

Πριν συμμετάσχουν στο τσιμπούσι, ο οικοδεσπότης ζήτησε από τον Βούδα να ευλογήσει το φαγητό. Ο Βούδας απάντησε ότι οι δάσκαλοι του οικοδεσπότη θα πρέπει να εκτελέσουν την ευλογία. Αλλά όταν οι έξι αιρετικοί δάσκαλοι προσπάθησαν να προσευχηθούν, δεν κατάφεραν να συλλαβίσουν ούτε την παραμικρή λέξη, και ο οικοδεσπότης ζήτησε ξανά από τον Βούδα να ευλογήσει το φαγητό. Ο Βούδας εκτέλεσε την ευλογία όπως του ζητήθηκε με μια καθαρή και χαρισματική φωνή.

Το φαγητό προσφέρθηκε στον Βούδα, ο οποίος είπε πάλι στον οικοδεσπότη του να το προσφέρει πρώτα στους δασκάλους του. Αλλά όταν το φαγητό προσφέρθηκε στους αιρετικούς, όποια μπουκιά και να προσπάθησαν να πάρουν, ξέφευγε από τα χέρια τους. Μόνο όταν ο Βούδας πήρε φαγητό, μπόρεσαν μετά οι άλλοι να κάνουν το ίδιο.

Μετά το τσιμπούσι, ζητήθηκε από τον Βούδα να δώσει διδασκαλία. Ο Βούδας είπε πάλι στον οικοδεσπότη του να ζητήσει πρώτα από τους δασκάλους τους να δώσουν κάποιο δίδαγμα των δογμάτων τους. Για μια ακόμα φορά, οι αιρετικοί δεν κατάφεραν να συλλαβίσουν ούτε την παραμικρή λέξη. Ο Βούδας έδωσε λοιπόν μια διδασκαλία η οποία άγγιξε τον νου όλων, παρά των διαφορετικών ικανοτήτων τους, προκαλώντας τους να φτάσουν σε διάφορα επίπεδα πνευματικής επίτευξης. Ως αποτέλεσμα αυτού, πολλοί αποφάσισαν να αφήσουν την διδασκαλία των αιρετικών και να ενστερνιστούν το δόγμα του Βούδα.

Οι έξι αιρετικοί ντροπιάστηκαν τόσο από την εμπειρία αυτή, που έκανα έκκληση προς τον Μάρα – τον Άρχοντα της πλάνης – να σταματήσει τις δραστηριότητες του Βούδα. Ο Μάρα ενέδωσε στις επιθυμίες τους εκδηλώνοντας με την μορφή τους, και εκτέλεσε διάφορες θαυματουργικές πράξεις δημοσίως ώστε να προσελκύσει νέους ακόλουθους. Μετά πήγαν στον Βασιλιά Μπιμπισάρα να του ζητήσουν να γίνει διαγωνισμός με τον Βούδα.

Ο Βασιλιάς Μπιμπισάρα ενημέρωσε τον Βούδα για την πρόκληση, και ζήτησε από τον Βούδα να τους απαντήσει. Ο Βούδας απλώς απάντησε ότι θα συνέβαινε την σωστή στιγμή και ζήτησε από τον βασιλιά να ετοιμάσει ένα κατάλληλο μέρος για το διαγωνισμό. Καθώς γινόταν αυτό, προς έκπληξη όλων, ο Βούδας έφυγε από το Ρατζαγκρίχα για την πόλη του Βαϊλάσι.

Ενθαρρυμένοι από την πεποίθηση τους ότι ο Βούδας φοβήθηκε και το έσκασε, οι έξι αιρετικοί κυνήγησαν τον Βούδα και πήγαν στο Βαϊλάσι να ζητήσουν από τον Βασιλιά Λιτσάβι διαγωνισμό με τον Βούδα, ο οποίος μετέφερε πάραυτα την πρόκλησή τους στον Εγκόσμιο-Τιμημένο.

Για ακόμα μια φορά ο Βούδας απάντησε ότι θα γίνει την σωστή στιγμή, και ζήτησε από τον βασιλιά να ετοιμάσει ένα κατάλληλο μέρος για το διαγωνισμό.

Λίγο μετά, ο Βούδας έφυγε από το Βαϊλάσι για την χώρα του Καουσάμπι, και μετά πήγε στη χώρα του Βασιλιά Σουν Τσιν, και μετά στο Τιγκιτσασιρι, στην Καπίλα, και τέλος επέστρεψε στο Σραβάστι.

Κατά την διάρκεια της παραμονής του Βούδα στις διάφορες χώρες, τον κυνηγούσαν οι έξι αιρετικοί και όλοι οι βασιλιάδες, καθώς και οι ακολουθίες τους, από τις χώρες που μόλις είχε επισκεφτεί. Σε κάθε χώρα, οι αιρετικοί ζήτησαν την ίδια πρόκληση στον Βούδα, του οποίου η απάντηση ήταν ότι θα συνέβαινε την σωστή στιγμή.

Εν τέλει έφτασε η σωστή στιγμή, την πρώτη ανοιξιάτικη μέρα της σεληνιακής πρωτοχρονιάς, στο Σραβάστι.

Την πρώτη μέρα, ο Βούδας πήγε στο πεδίο που είχε προετοιμαστεί για το διαγωνισμό και κάθισε σε θρόνο λιονταριού. Αφού έκανε τις προσφορές του ο Βασιλιάς Πρασενάτζιτ στον Βούδα, ο Εγκόσμιος-Τιμημένος τοποθέτησε μια οδοντογλυφίδα στο έδαφος, από την οποία αναδύθηκε ακαριαία το πιο εξαίσιο δέντρο, του οποίου τα κλαδιά εκτείνονταν ευρέως σε όλο το χώρο, με υπέροχα φύλλα, άνθη, καρπούς και διάφορα πολύχρωμα πετράδια να αστράφτουν. Ο Βούδας μίλησε στην παρευρισκόμενη συνάθροιση, όπου πολλοί πέτυχαν την φωτισμένη κατάσταση του άρχατ, ενώ πολλοί άλλοι εμφυτεύτηκαν με ευνοϊκούς σπόρους επαναγέννησης στα υψηλότερα βασίλεια των ανθρώπων και των θεών.

Την δεύτερη μέρα, αφού ο Βασιλιάς Ουντραγιάνα έκανε τις προσφορές του στον Βούδα, ο Εγκόσμιος-Τιμημένος γύρισε το κεφάλι προς τα δεξιά και μετά προς τα αριστερά, όπου ένα κοσμημένο βουνό εμφανίστηκε στις δύο πλευρές. Από το κάθε βουνό έρευσε νερό πηγής το οποίο είχε οκτώ υπέροχες γεύσεις. Το ένα βουνό είχε πλούσιους βοσκότοπους για τα ζώα, και το άλλο βουνό ήταν γεμάτο ευλογημένο φαγητό για να χορταίνει τους ανθρώπους. Ο Βούδας μίλησε στην παρευρισκόμενη συνάθροιση, όπου πολλοί ανέπτυξαν την μποντιτσίτα, ενώ πολλοί άλλοι εμφυτεύτηκαν με ευνοϊκούς σπόρους επαναγέννησης στα υψηλότερα βασίλεια των ανθρώπων και των θεών.

Την τρίτη μέρα, αφού ο Βασιλιάς Σουν Τσιν έκανε τις προσφορές του στον Βούδα, ο Εγκόσμιος-Τιμημένος έφτυσε μια γουλιά νερού στο έδαφος, στο οποίο δημιουργήθηκε μια μεγάλη λίμνη με επτά ήδη πολύτιμων πετραδιών να καλύπτουν το βυθός. Η επιφάνεια της λίμνης ήταν γεμάτη άνθη λωτών διάφορων χρωμάτων και η ευωδιά τους διαπότιζε τον αέρα. Ο Βούδας έδωσε διδασκαλίες στην παρευρισκόμενη συνάθροιση, όπου πολλοί ανέπτυξαν την μποντιτσίτα, ενώ πολλοί άλλοι εμφυτεύτηκαν με ευνοϊκούς σπόρους επαναγέννησης στα υψηλότερα βασίλεια των ανθρώπων και των θεών.

Την τέταρτη μέρα, αφού ο Βασιλιάς Ιντραβάρμα έκανε τις προσφορές του στον Βούδα, ο Εγκόσμιος-Τιμημένος δημιούργησε μια λιμνούλα από την οποία οκτώ ρυάκια έρεαν προς τα έξω και επιστρέφαν σε κυκλική κίνηση. Από τον ήχο των ρυακίων, η παρευρισκόμενη συνάθροιση άκουσαν τις διδασκαλίες των τριάντα-εφτά παραγόντων της φώτισης. Πολλοί απόκτησαν την μποντιτσίτα, ενώ πολλοί άλλοι εμφυτεύτηκαν με ευνοϊκούς σπόρους επαναγέννησης στα υψηλότερα βασίλεια των ανθρώπων και των θεών.

Την πέμπτη μέρα, αφού ο Βασιλιάς Μπραχμαντάτα έκανε τις προσφορές του στον Βούδα, ακτίνες χρυσαφένιου φωτός εκπέμπαν από τον Εγκόσμιο-Τιμημένο και εξάγνισαν τα τρία δηλητήρια από κάθε ον που είχε τις ευοίωνες καρμικές συνθήκες για να ωφελήσουν ολόκληρο τον κόσμο. Όταν ο Βούδας μίλησε, πολλοί ανάπτυξαν μποντιτσίτα, ενώ πολλοί άλλοι εμφυτεύτηκαν με ευνοϊκούς σπόρους επαναγέννησης στα υψηλότερα βασίλεια των ανθρώπων και των θεών.

Την έκτη μέρα, αφού οι πολίτες του Λικτσάβι έκαναν τις προσφορές τους στον Βούδα, ο Εγκόσμιος-Τιμημένος το έκανε εφικτό για όσους παρουσιάστηκαν εκεί να διακρίνουν τις σκέψεις ο ένας τον άλλο. Όταν ο Βούδας μίλησε, πολλοί ανάπτυξαν μποντιτσίτα, ενώ πολλοί άλλοι εμφυτεύτηκαν με ευνοϊκούς σπόρους επαναγέννησης στα υψηλότερα βασίλεια των ανθρώπων και των θεών.

Την έβδομη μέρα, αφού οι πολίτες του Σάκυα έκαναν τις προσφορές τους στον Βούδα, ο Εγκόσμιος-Τιμημένος τους ευλόγησε όλους έτσι ώστε να γίνουν τσακραβάρτιν για να υποστηρίζουν την διάδοση του Ντάρμα στο μέλλον. Όταν ο Βούδας μίλησε, πολλοί ανάπτυξαν μποντιτσίτα, ενώ πολλοί άλλοι εμφυτεύτηκαν με ευνοϊκούς σπόρους επαναγέννησης στα υψηλότερα βασίλεια των ανθρώπων και των θεών.

Την όγδοη μέρα, αφού ο Ίντρα και ο Βράχμα έκαναν τις προσφορές τους στον Βούδα, ο Εγκόσμιος-Τιμημένος άγγιξε τη γη με το δεξί του χέρι ενώ καθόταν στο θρόνο λιονταριού. Εν μέσω τον ήχο σαλπισμένων ελεφάντων, πέντε οργισμένες θεότητες εκδηλώθηκαν και κατάστρεψαν τους θρόνους των αιρετικών. Τότε ο Βατζραπάνι εμφανίστηκε με φλεγόμενο βάτζρα, το οποίο τρομοκράτησε τους έξι αιρετικούς τόσο πολύ που πήδηξαν στο νερό και εξαφανίστηκαν. Οι ενενήντα χιλιάδες εγκαταλελειμμένοι ακόλουθοι των αιρετικών ικέτεψαν τον Βούδα να τους χειροτονήσει, το οποίο ο Εγκόσμιος-Τιμημένος δέχτηκε με χαρά. Αμέσως όλα τα μαλλιά και τα γένια των νέων μοναχών ως εκ θαύματος έπεσαν από μόνο τους. Έπειτα ογδόντα τέσσερις χιλιάδες ακτίνες φωτός εκπέμπαν από τους πόρους του δέρματος του Βούδα και γέμισαν ολόκληρο τον ουρανό. Από κάθε ακτίνα φωτός εμφανίστηκε ένα ανθός λωτού στο οποίο καθόταν μια εκδήλωση του Βούδα συνοδευόμενος από τους ακόλουθους, δίνοντας διδασκαλίες στους νέους μοναχούς σύμφωνα με τις ικανότητές τους. Πολλοί ανάπτυξαν μποντιτσίτα, ενώ πολλοί άλλοι εμφυτεύτηκαν με ευνοϊκούς σπόρους επαναγέννησης στα υψηλότερα βασίλεια των ανθρώπων και των θεών.

Την ένατη μέρα, αφού ο Βραχμαράτζα έκανε τις προσφορές του στον Βούδα, ο Εγκόσμιος-Τιμημένος μεγάλωσε το σώμα του μέχρι το ύψος του να φτάσει στο υψηλότερο ουρανό τον Βραχμάνων· και από εκεί έδωσε διδασκαλίες μέσω τις ακτίνες φωτός που εκπέμπαν από το σώμα του φτάνοντας σε όλες τις δέκα κατευθύνσεις.

Την δέκατη μέρα, αφού οι τέσσερις Βασιλιάδες Φύλακές έκαναν τις προσφορές του στον Βούδα, ο Εγκόσμιος-Τιμημένος μεγάλωσε το σώμα του πιο πολύ από την προηγούμενη μέρα φτάνοντας τον υψηλότερο ουρανό της βασιλείας της αμορφίας· και από εκεί έδωσε διδασκαλίες μέσω τις ακτίνες φωτός που εκπέμπαν από το σώμα του φτάνοντας σε όλες τις δέκα κατευθύνσεις.

Την ενδέκατη μέρα, αφού ο Αναθαπιντίκα έκανε τις προσφορές του στον Βούδα, ο Εγκόσμιος-Τιμημένος, εισήλθε σε διαλογισμό το σώμα του διαλύθηκε σε χρυσαφένιο φως ενώ η φωνή του έδινε διδασκαλία στη συνάθροιση.

Την δωδέκατη μέρα, αφού ο Τσέτα έκανε τις προσφορές του στον Βούδα, ο Εγκόσμιος-Τιμημένος εισήλθε σε διαλογισμό, χρυσαφένιο φως έκπεμπε από το σώμα του φέρνοντας την διδασκαλία της μεγάλης ευσπλαχνίας σε κάθε γωνία του κόσμου, εξαγνίζοντας τα τρία δηλητήρια από το νου όλων των έμβιων όντων που είχαν τις ευοίωνες καρμικές συνθήκες να ωφεληθούν από αυτό.

Την δέκατη τρίτη μέρα, αφού ο Βασιλιάς Σουν Τσιν έκανε τις προσφορές του στον Βούδα, δύο ακτίνες φωτός εκπέμπαν από τον ομφαλό του Εγκόσμιου-Τιμημένου, φτάνοντας το ύψος των δεκαπέντε μέτρων. Από κάθε ακτίνα φωτός εμφανίστηκε ένα ανθός λωτού στο οποίο καθόταν μια εκδήλωση του Βούδα. Ο κάθε Βούδας επανέλαβε την ίδια διαδικασία για να εκδηλωθούν περισσότερων ανθών λωτών και περισσότερων εκδηλώσεων του Βούδα που πάραυτα γέμισαν ολόκληρο τον κόσμο, δίνοντας συνεχώς διδασκαλία σε εκείνους που είχαν τις ευοίωνες καρμικές συνθήκες να την λαμβάνουν.

Την δέκατη τέταρτη μέρα, αφού ο Βασιλιάς Ουντραγιάνα έκανε τις προσφορές του στον Βούδα, ο Εγκόσμιος-Τιμημένος μεταμόρφωσε τα άνθη που του προσφέρθηκαν σε χίλια διακόσια πενήντα άμαξες διακοσμημένες με πετράδια. Στη συνέχεια ο Βούδας έδωσε διδασκαλία σε όλα τα έμβια όντα σε όλο τον κόσμο, όπως έναν ιατρό θα φρόντιζε την θεραπεία των άρρωστων.

Την δέκατη πέμπτη μέρα, αφού ο Βασιλιάς Μπιμπισάρα έκανε τις προσφορές του στον Βούδα, ο Εγκόσμιος-Τιμημένος ζήτησε τον Βασιλιά Μπιμπισάρα να του φέρει όλες τις άδειες πιατέλες που μπορούσε να βρει, και σε μια στιγμή εκ θαύματος όλες οι πιατέλες γέμισαν με εκατοντάδες ήδη λιχουδιές που μοιράστηκαν στην συνάθροιση. Ακούγοντας την διδασκαλία του Βούδα, πολλοί πέτυχαν την καρποφορία αυτών που εισέρχονται στη ροή, αυτών που επιστρέφουν μια φορά, αυτών που δεν επιστρέφουν και των άρχατ, ενώ πολλοί άλλοι ανάπτυξαν μποντιτσίτα ή εμφυτεύτηκαν με ευνοϊκούς σπόρους επαναγέννησης στων υψηλότερων βασιλείων των ανθρώπων και των θεών.

Από τότε, η δέκατη πέμπτη μέρα της Θιβετανικής σεληνιακής πρωτοχρονιάς αναφέρεται ως η Μέρα των Θαυμάτων (Τσότρουλ Ντούτσεν), για να τιμούν τις δεκαπέντε μέρες θαυμάτων του Σακυαμούνι Βούδα. Ο Εορτασμός των Θαυμάτων αποτελεί ένα από τους κύριους Βουδιστικές εορτασμούς – κατά την διάρκεια αυτών, οι συνέπειες των θετικών και των αρνητικών πράξεων πολλαπλασιάζονται επί δέκα εκατομμύριες φορές. Οι υπόλοιποι τρεις εορτασμοί είναι το Σάγκα Ντάουα Ντούτσεν, ο Εορτασμός του Βαϊσάκα· το Τσόκορ Ντούτσεν, ο Εορτασμός για την Στροφή του Τροχού του Ντάρμα· και το Λα Μπαμπ Ντούτσεν, ο Εορτασμός για την Κάθοδός από τον Ουρανό.

 

* Αυτό το άρθρο συντίθεται από διδασκαλία που δόθηκε από τον Λάμα Ντόντρουπ Ντόρτζε.